Αρχική » Ιστορία των τυχερών παιχνιδιών » Αστράγαλοι και ζάρια στην αρχαία Ελλάδα

Αστράγαλοι και ζάρια στην αρχαία Ελλάδα

Τι ήταν ο αστράγαλος

Ο αστράγαλος ήταν μικρό οστό που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως πιόνι σε παιχνίδι ρίψης. — π.χ. στο NV Casino Ελλάδα — Στην αρχαία Ελλάδα, το φυσικό του σχήμα έδινε διαφορετικά αποτελέσματα από εκείνα ενός κανονικού κύβου. Οι παίκτες παρατηρούσαν ποια πλευρά έμενε προς τα πάνω και αντιστοιχούσαν στην κάθε όψη μια αριθμητική αξία. Το υλικό, η μορφή και η καταμέτρηση των ρίψεων εξηγούν πώς ένα οστό μετατράπηκε σε αναγνωρίσιμο μέσο παιχνιδιού.

Το κόκκαλο και οι τέσσερις πλευρές

Ο αστράγαλος του παιχνιδιού ήταν οστό από το κάτω τμήμα του ποδιού προβάτου, αίγας ή μόσχου, γνωστό και ως οστό του ταρσού. Το φυσικό οστό είχε ακανόνιστο, επιμήκες περίγραμμα και δεν έμοιαζε με συμμετρικό κύβο. Οι δύο πλατιές και οι δύο στενές πλευρές διέφεραν ως προς το πλάτος και την καμπυλότητά τους, γι’ αυτό και το οστό μπορούσε να σταθεροποιηθεί σε τέσσερις κύριες όψεις.

Η ρίψη δεν κατέληγε σε έξι ισότιμες έδρες, όπως συμβαίνει με έναν κύβο. Η πάνω όψη αναγνωριζόταν από το αν ήταν πλατιά ή στενή και από το αν η επιφάνειά της ήταν κοίλη ή κυρτή. Η Encyclopaedia Britannica του 1911 καταγράφει τις ακόλουθες αξίες για τις τέσσερις όψεις:

Οι όψεις και οι αξίες του αστραγάλου
ΠλευράΣχήμαΑξία
ΣτενήΚυρτή1, Χίος ή Σκύλος
ΠλατιάΚυρτή3
ΠλατιάΚοίλη4
ΣτενήΚοίλη6

Οι τιμές αυτές δεν σημαίνουν ότι κάθε αποτέλεσμα είχε την ίδια πιθανότητα. Η ασυμμετρία του οστού, οι διαφορές ανάμεσα στις επιφάνειες και ο τρόπος με τον οποίο ακουμπούσε στο έδαφος επηρέαζαν το πού θα σταματούσε.

Βαθμοί και ονομασίες των ρίψεων

Συνήθως ρίπτονταν τέσσερα οστά μαζί και η αξία της ρίψης υπολογιζόταν από τις όψεις που έμεναν προς τα πάνω. Οι συνδυασμοί είχαν ονομασίες, ενώ ο κύβος προσέφερε έξι αριθμημένες έδρες αντί για τις τέσσερις όψεις του αστραγάλου.

  • Η αξία κάθε οστού προστίθετο στις υπόλοιπες, ώστε η συνολική βαθμολογία να προκύπτει από τέσσερα αποτελέσματα της ίδιας ρίψης.
  • Η Αφροδίτη αναφερόταν ως η καλύτερη ρίψη· η ονομασία συνδεόταν με τον ιδιαίτερο συνδυασμό των διαφορετικών όψεων.
  • Ο Σκύλος ήταν η χαμηλότερη ρίψη και συνδεόταν με την όψη μικρότερης αξίας, που αναφέρεται ως Χίος ή Σκύλος.
  • Μίδας, Σόλων και Αλέξανδρος συγκαταλέγονταν στις ονομασίες ρίψεων, δείχνοντας ότι οι συνδυασμοί μπορούσαν να ξεχωρίζουν και με κύρια ονόματα.
  • Σε έναν κύβο, οι έδρες φέρουν διαδοχικές τιμές από το ένα έως το έξι· στον αστράγαλο οι τιμές αντιστοιχούσαν σε διαφορετικά φυσικά σχήματα.

Η καταμέτρηση απαιτούσε να αναγνωριστεί η όψη κάθε οστού πριν αθροιστούν οι βαθμοί. Επειδή τα τέσσερα αποτελέσματα δεν είχαν ίσες πιθανότητες, η αριθμητική αξία μιας όψης δεν περιέγραφε από μόνη της πόσο συχνά εμφανιζόταν.

Οι αρχαίες πηγές

Οι γραπτές μαρτυρίες φωτίζουν διαφορετικές όψεις του παιχνιδιού με μικρά οστά και ζάρια, από την καθημερινή διαμάχη έως τις αφηγήσεις για την προέλευσή του. Στην Ιλιάδα, ένα επεισόδιο συνδέει τον Πάτροκλο με παιδική σύγκρουση γύρω από αστραγάλους. Ο Ηρόδοτος καταγράφει έναν λυδικό ισχυρισμό για την επινόηση παιχνιδιών σε περίοδο λιμού. Ο Σοφοκλής και ο Πλάτων αποδίδουν την εφεύρεση σε μυθικές μορφές, χωρίς να προσφέρουν χρονολογικές αποδείξεις. Οι αφηγήσεις αυτές μαρτυρούν κυρίως πόσο οικείο και σημαντικό θεωρούνταν το παιχνίδι στην κοινωνία.

Όμηρος και Ηρόδοτος

Στην Ιλιάδα 23, στο επεισόδιο που συνδέεται με τα επιτύμβια αγωνίσματα για τον Πάτροκλο, αναφέρεται μια παλαιότερη παιδική διαμάχη. Ο Πάτροκλος, ακόμη νέος, φιλονίκησε με τον γιο του Αμφιδάμαντα για αστραγάλους και, πάνω στον θυμό του, σκότωσε το παιδί. Ο Πηλέας τον δέχθηκε στην αυλή του και τον ανέθεσε στον Αχιλλέα. Η σύντομη αναδρομή δεν περιγράφει κανόνες ή τρόπο διεξαγωγής· το παιχνίδι λειτουργεί ως συγκεκριμένη αφορμή για να εξηγηθεί η μετακίνηση του Πάτροκλου και η σχέση του με τον Αχιλλέα.

Η σκηνή δείχνει ότι ένα παιχνίδι με οστά ήταν αρκετά αναγνωρίσιμο ώστε να εντάσσεται σε ηρωική αφήγηση χωρίς ιδιαίτερη επεξήγηση. Συγχρόνως, η ένταση της ιστορίας αποκαλύπτει πως η αντιπαλότητα μπορούσε να θεωρηθεί σοβαρή, ακόμη και όταν ξεκινούσε από παιδική αναμέτρηση. Πρόκειται, ωστόσο, για επικό επεισόδιο και όχι για καταγραφή περιστατικού που μπορεί να διασταυρωθεί ως ιστορικό γεγονός. Η Ιλιάδα προσφέρει μαρτυρία για τη θέση του παιχνιδιού στη φαντασία και στις κοινωνικές αντιλήψεις του ακροατηρίου της, όχι ασφαλή περιγραφή ενός συγκεκριμένου παιδικού συμβάντος.

Ο Ηρόδοτος, στις Ιστορίαι 1.94, αποδίδει στους Λυδούς την επινόηση πολλών παιχνιδιών, ανάμεσά τους των ζαριών, των αστραγάλων και της μπάλας. Κατά την αφήγησή του, επί βασιλιά Ατύ ξέσπασε λιμός που κράτησε δεκαοκτώ χρόνια. Οι Λυδοί, σύμφωνα με τον ίδιο, μοίραζαν τον χρόνο τους ανάμεσα στο φαγητό και στο παιχνίδι, ώστε να αντέξουν την έλλειψη τροφής· τελικά, ένα μέρος του πληθυσμού μετανάστευσε στην Ιταλία. Ο ιστορικός μεταφέρει έτσι μια λυδική εξήγηση, όχι ανεξάρτητη απόδειξη ότι τα παιχνίδια επινοήθηκαν πράγματι εκεί ή τότε.

Οι δύο μαρτυρίες έχουν διαφορετικό είδος και σκοπό: η επική ποίηση χρησιμοποιεί το παιχνίδι μέσα σε μια ιστορία για τον Πάτροκλο, ενώ ο Ηρόδοτος εντάσσει την επινόηση παιχνιδιών σε αφήγηση για την πείνα και τη μετανάστευση. Μαζί καταγράφουν την οικειότητα αυτής της διασκέδασης, χωρίς να επιτρέπουν ακριβή χρονολόγηση της απαρχής της.

Σοφοκλής, Πλάτων και ο μύθος της εφεύρεσης

Σε απόσπασμα τραγωδίας του Σοφοκλή, ο μυθικός ήρωας Παλαμήδης παρουσιάζεται ως εκείνος που δίδαξε ένα παιχνίδι με ζάρια. Η αναφορά ανήκει σε παράδοση που συνδέει τον Παλαμήδη με επινοήσεις και τεχνικές γνώσεις, όχι σε ιστορική αφήγηση για ένα εξακριβωμένο γεγονός. Το σωζόμενο υλικό δεν παρέχει πλήρη δραματική σκηνή ούτε επαρκή στοιχεία για να προσδιοριστούν οι κανόνες του παιχνιδιού που μνημονεύεται. Αξίζει κυρίως επειδή δείχνει ότι το κοινό μπορούσε να αναγνωρίσει τον Παλαμήδη ως μυθικό δάσκαλο ή δημιουργό παιχνιδιών.

Στον Φαίδρο 274γ, ο Πλάτων αφηγείται τον μύθο του Θώθ και του βασιλιά Θαμούς στην Αίγυπτο. Ο Θώθ παρουσιάζει τις εφευρέσεις του, ανάμεσα στις οποίες περιλαμβάνονται η αριθμητική, η γεωμετρία, η αστρονομία, τα παιχνίδια με πεσσούς και τα ζάρια, καθώς και η γραφή. Ο Θαμούς εξετάζει τις συνέπειες κάθε τέχνης αντί να δέχεται άκριτα τον ισχυρισμό του δημιουργού της. Τα ζάρια εμφανίζονται, επομένως, μέσα σε μια φιλοσοφική συζήτηση για τις εφευρέσεις και τη χρησιμότητά τους· ο Πλάτων δεν προσφέρει χρονολόγηση της εμφάνισής τους.

Οι αποδόσεις στον Παλαμήδη και στον Θώθ δεν είναι δύο ανταγωνιστικές ιστορικές εκδοχές που μπορούν να ελεγχθούν με ημερομηνίες. Αποτελούν μυθικές γενεαλογίες: αποδίδουν γνωστές πρακτικές σε πρόσωπα με κύρος και τις εντάσσουν σε ευρύτερες ιστορίες για την ανθρώπινη επινοητικότητα. Σε αντίθεση με μια αρχαιολογική χρονολόγηση, κανένα από τα δύο κείμενα δεν προσδιορίζει πότε ή σε ποιον τόπο χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά τα ζάρια.

Η αξία των μαρτυριών βρίσκεται στο πολιτισμικό τους περιεχόμενο. Στον Σοφοκλή το παιχνίδι εντάσσεται στη μυθική δράση του Παλαμήδη, ενώ στον Πλάτωνα κατατάσσεται μαζί με άλλες γνώσεις που μεταβάλλουν την ανθρώπινη ζωή. Οι συγγραφείς τεκμηριώνουν ότι τα παιχνίδια ήταν κατανοητό και συζητήσιμο στοιχείο της κοινωνίας τους, όχι την ακριβή καταγωγή τους.

Παιχνίδι, μαντεία και κοινωνική ζωή

Στην Αρχαία Ελλάδα οι αστράγαλοι μπορούσαν να λειτουργήσουν ως αντικείμενα ψυχαγωγίας, μέσο μαντικής ή μέρος ενός στοιχήματος. Η χρήση τους εξαρτιόταν από την περίσταση και από το νόημα που έδιναν οι συμμετέχοντες στη ρίψη. Τα αρχαιολογικά ευρήματα, οι γραπτές μαρτυρίες και οι απεικονίσεις προσφέρουν διαφορετικά είδη τεκμηρίων, τα οποία χρειάζεται να εξετάζονται χωριστά. Μια σκηνή παιχνιδιού, για παράδειγμα, δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι οι παίκτες πόνταραν ή ζητούσαν χρησμό. Η ιστορική εικόνα γίνεται σαφέστερη όταν διακρίνονται αυτές οι πρακτικές και η κοινωνική τους λειτουργία.

Αστραγαλομαντεία

Η αστραγαλομαντεία ήταν μαντική πρακτική στην οποία η απάντηση αναζητούνταν μέσω ρίψεων αστραγάλων. Ο ενδιαφερόμενος διατύπωνε ένα ερώτημα και η έκβαση της ρίψης ερμηνευόταν ως ευνοϊκή, δυσμενής ή ενδεικτική μιας συγκεκριμένης πορείας. Η λογική της πρακτικής δεν ήταν απλώς ότι το αποτέλεσμα προέκυπτε τυχαία: οι συμμετέχοντες απέδιδαν σημασία στους συνδυασμούς και τους συνέδεαν με το ερώτημα. Όπως και σε άλλες μορφές μαντείας, η ερμηνεία εξαρτιόταν από συμβάσεις και από το πρόσωπο που διάβαζε το αποτέλεσμα.

Η ρίψη μπορούσε να προσφέρει ένα πλαίσιο για την αντιμετώπιση αβεβαιότητας, όπως την έκβαση μιας προσωπικής υπόθεσης ή την επιλογή ανάμεσα σε εναλλακτικές. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε παρτίδα αστραγάλων είχε μαντικό σκοπό. Η ίδια υλική πράξη μπορούσε να ανήκει στο παιχνίδι, ενώ η μαντική χρήση προϋπέθετε ερώτημα και ερμηνεία. Η διάκριση είναι σημαντική, επειδή ένα εύρημα με αστραγάλους δεν αρκεί από μόνο του για να αποδείξει ότι χρησιμοποιήθηκε σε τελετουργία ή χρησμό.

Ένα χαρακτηριστικό εικαστικό τεκμήριο είναι ρωμαϊκό αντίγραφο του 2ου αιώνα μ.Χ. ελληνιστικού αγαλματίου, το οποίο απεικονίζει κορίτσι που παίζει αστραγάλους. Η μορφή τεκμηριώνει ότι το παιχνίδι ήταν αναγνωρίσιμο θέμα στην τέχνη και ότι η σχετική δραστηριότητα μπορούσε να παρουσιαστεί ως καθημερινή σκηνή. Δεν απεικονίζει, ωστόσο, μάντισσα να ερμηνεύει ρίψεις· επομένως δεν αποτελεί απόδειξη αστραγαλομαντείας. Για τη μαντική διάσταση απαιτείται να συνεκτιμώνται οι γραπτές μαρτυρίες και τα συμφραζόμενα κάθε αντικειμένου, αντί να αποδίδεται αυτομάτως τελετουργική χρήση σε κάθε σύνολο οστών.

Η κοινωνική λειτουργία της μαντείας ήταν να μετατρέπει μια αβέβαιη κατάσταση σε αποτέλεσμα που μπορούσε να συζητηθεί και να αξιολογηθεί. Η ρίψη έδινε μια κοινή αφορμή για απόφαση ή ερμηνεία, χωρίς να εξαλείφει την αβεβαιότητα της ζωής. Έτσι, οι αστράγαλοι συνδέουν την αναψυχή με τις αντιλήψεις περί τύχης, αλλά οι δύο χρήσεις δεν πρέπει να συγχέονται.

Από το παιδικό παιχνίδι στο στοίχημα

Οι αστράγαλοι εμφανίζονται στην αρχαιότητα τόσο σε περιβάλλον παιχνιδιού όσο και σε περιστάσεις όπου διακυβεύονταν αντικείμενα ή χρήματα. Το ρωμαϊκό αντίγραφο του 2ου αιώνα μ.Χ. με το κορίτσι που παίζει αποτυπώνει μια παιχνιδιάρικη σκηνή, όχι όμως αποκλειστικά παιδική χρήση: η εικόνα δεν αποδεικνύει ότι μόνο παιδιά έπαιζαν ούτε ότι το συγκεκριμένο παιχνίδι γινόταν χωρίς στοίχημα. Αντίστοιχα, οι αναφορές σε πονταρίσματα μαρτυρούν ότι το παιχνίδι μπορούσε να αποκτήσει οικονομικό διακύβευμα, όχι ότι κάθε ρίψη ήταν τζόγος.

Η διάκριση εξαρτάται από το πλαίσιο. Μια παρέα μπορούσε να παίζει για διασκέδαση, ενώ η προσθήκη πονταρίσματος άλλαζε το διακύβευμα και τις σχέσεις ανάμεσα στους παίκτες. Για την ιστορική ανασύνθεση χρειάζεται προσοχή: οι λογοτεχνικές αναφορές συχνά φωτίζουν συγκεκριμένες συμπεριφορές ή κοινωνικές κρίσεις, ενώ ένα αντικείμενο από ανασκαφή συνήθως δεν διατηρεί πληροφορία για το αν υπήρχε στοίχημα. Ούτε η παρουσία αστραγάλων σε έναν χώρο αρκεί για να χαρακτηριστεί ο χώρος λέσχη ή χώρος τυχερών παιχνιδιών.

Η μεταβολή από το παιχνίδι στο ποντάρισμα δεν ήταν αναγκαστικά αλλαγή του ίδιου του αντικειμένου· άλλαζε ο τρόπος συμμετοχής και το πιθανό κόστος της ήττας. Το αρχαίο στοίχημα δεν ταυτίζεται με τις σημερινές έννοιες της αδειοδότησης, της προστασίας των παικτών και της ατομικής ευθύνης, οι οποίες ανήκουν σε διαφορετικό νομικό και κοινωνικό πλαίσιο. Στη σύγχρονη Ελλάδα, η νόμιμη συμμετοχή σε τυχερά παιχνίδια έχει κατώτατο όριο ηλικίας τα 21 έτη, ενώ το υπεύθυνο παίξιμο προϋποθέτει όρια στον χρόνο και στα χρήματα που διατίθενται.

«Ανερρίφθω κύβος»

Στους Βίους Παράλληλους, στον βίο του Πομπήιου, ο Πλούταρχος συνδέει τη διάβαση του Ρουβίκωνα από τον Ιούλιο Καίσαρα, το 49 π.Χ., με τη φράση «ἀνερρίφθω κύβος». Σύμφωνα με την αφήγηση, ο Καίσαρας παρέθεσε τον στίχο του κωμικού ποιητή Μενάνδρου τη στιγμή που αποφάσιζε να περάσει τον ποταμό με τον στρατό του. Η κίνηση αυτή σήμαινε ότι η πολιτική και στρατιωτική σύγκρουση δεν μπορούσε πλέον εύκολα να ανακληθεί.

Η φράση αποδίδεται συνήθως ως «ας ριχτεί ο κύβος» και δηλώνει την αποδοχή μιας απόφασης με αβέβαιη έκβαση, αφού το κρίσιμο βήμα έχει ήδη γίνει. Η εικόνα του κύβου παραπέμπει στη ρίψη ζαριού: μόλις αφεθεί, το αποτέλεσμα δεν βρίσκεται πια στον έλεγχο του παίκτη. Στην αφήγηση του Πλουτάρχου, η μεταφορά αποκτά πολιτικό βάρος, επειδή περιγράφει την ανάληψη ενός μεγάλου κινδύνου και όχι μια απλή κίνηση σε επιτραπέζιο παιχνίδι.

Ο κύβος της φράσης είναι ζάρι και δεν πρέπει να συγχέεται με τον αστράγαλο ως αντικείμενο. Η σύνδεση βρίσκεται στη μεταφορά της ρίψης και στην ιδέα ότι μια επιλογή οδηγεί σε συνέπειες που δεν μπορούν να προβλεφθούν πλήρως. Η απόδοση στον Μενάνδρο αφορά τον στίχο που παραθέτει ο Πλούταρχος· δεν σημαίνει ότι ο ποιητής αφηγείται ο ίδιος τη διάβαση του Καίσαρα. Έτσι, η έκφραση απέκτησε ευρύτερη χρήση για κάθε απόφαση που λαμβάνεται όταν η επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση γίνεται δύσκολη.

Συχνές ερωτήσεις για τους αστραγάλους

Οι απαντήσεις ξεχωρίζουν τις διαφορετικές χρήσεις των αστραγάλων από τη σημασία μιας γνωστής αρχαίας φράσης.

Πώς παιζόταν το παιχνίδι με τους αστραγάλους;

Το παιχνίδι παιζόταν με ρίψεις αστραγάλων, αλλά δεν υπήρχε ένας μοναδικός τρόπος παιχνιδιού. Τα ίδια οστά χρησιμοποιούνταν σε διαφορετικά παιχνίδια, με ποικίλους σκοπούς και διαδικασίες, και οι κανόνες τους δεν είναι πλήρως γνωστοί. Οι αρχαίες μαρτυρίες και τα αντικείμενα που έχουν σωθεί δεν αρκούν για να ανασυνθέσουμε με βεβαιότητα κάθε παραλλαγή. Είναι ασφαλέστερο να μιλάμε για περισσότερα από ένα παιχνίδια, παρά να περιγράφουμε έναν ενιαίο κανονισμό. Η ρίψη αποτελούσε κοινό στοιχείο, ενώ ο τρόπος με τον οποίο οι συμμετέχοντες αξιοποιούσαν το αποτέλεσμά της εξαρτιόταν από το συγκεκριμένο παιχνίδι.

Ήταν οι αστράγαλοι τυχερό παιχνίδι;

Οι αστράγαλοι μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε τυχερό παιχνίδι, αλλά δεν περιορίζονταν σε αυτό. Αποτελούσαν επίσης αντικείμενα παιδικών παιχνιδιών και μπορούσαν να προσφέρουν διασκέδαση χωρίς χρηματικό στοίχημα. Σε άλλες περιστάσεις, οι παίκτες πόνταραν σε μια ρίψη ή σε ένα αποτέλεσμα, οπότε η τύχη αποκτούσε άμεση σημασία για την έκβαση. Η χρήση των ίδιων οστών σε διαφορετικά περιβάλλοντα δείχνει ότι το αντικείμενο δεν καθόριζε από μόνο του τον χαρακτήρα της δραστηριότητας. Καθοριστικό ήταν αν οι συμμετέχοντες έπαιζαν για αναψυχή ή συνέδεαν το αποτέλεσμα με κάποιο στοίχημα.

Τι σημαίνει η φράση «ο κύβος ερρίφθη»;

Η φράση «ο κύβος ερρίφθη» σημαίνει ότι πάρθηκε μια απόφαση που δεν μπορεί πλέον να ανακληθεί. Ο Πλούταρχος αναφέρει στο έργο του για τον Καίσαρα την ελληνική φράση «ἀνερρίφθω κύβος» ως στίχο του Μενάνδρου. Τη συνδέει με τη στιγμή που ο Καίσαρας πέρασε τον Ρουβίκωνα, μια κίνηση με καθοριστικές πολιτικές συνέπειες. Η γνωστή λατινική διατύπωση, που αποδίδεται φωνητικά ως «άλεα ιάκτα εστ», είναι μεταγενέστερη εκδοχή και όχι η φράση που παραθέτει ο Πλούταρχος. Σήμερα η έκφραση δηλώνει την οριστική ανάληψη μιας απόφασης.