Αρχική » Ιστορία των τυχερών παιχνιδιών

Ιστορία των τυχερών παιχνιδιών

Οι αρχές: αστράγαλοι, ζάρια και κλήροι

Η Ιστορία των τυχερών παιχνιδιών αρχίζει πολύ πριν από τους οργανωμένους χώρους παιχνιδιού, με αντικείμενα που αξιοποιούσαν την αβεβαιότητα μιας ρίψης ή μιας κλήρωσης. — π.χ. στο NV Casino Ελλάδα — Οστά ζώων, χαραγμένα ραβδιά και πρώιμα ζάρια συνδέουν την καθημερινή δραστηριότητα με την αναζήτηση ενός τυχαίου αποτελέσματος. Τα ίδια ευρήματα δεν αποκαλύπτουν πάντοτε αν οι άνθρωποι έπαιζαν, μάντευαν ή έκαναν και τα δύο. Η αρχαιολογία μπορεί να εξετάσει υλικά, φθορά και αρχαιολογικό περιβάλλον, αλλά οι κανόνες συχνά παραμένουν αβέβαιοι. Η σχέση της τύχης με το παιχνίδι και τη μαντεία διαμορφώθηκε διαφορετικά σε κάθε κοινωνία.

Τα πρώτα εργαλεία της τύχης

Ανασκαφές σε θέσεις της Εγγύς Ανατολής έχουν αποκαλύψει μεγάλες ποσότητες αστραγάλων προβάτων και αιγών, περίπου από το 5000 π.Χ. Ο αστράγαλος, το οστό κοντά στην άρθρωση του πίσω ποδιού, έχει τέσσερις πλευρές κατάλληλες για να σταθεί μετά τη ρίψη· δεν είναι εξάπλευρος κύβος. Το ακανόνιστο σχήμα του παράγει λιγότερες διακριτές όψεις από ένα κανονικό ζάρι, ενώ η συχνότητα κάθε όψης εξαρτάται από το σχήμα και τη φθορά του οστού.

Τα ευρήματα περιλαμβάνουν φυσικά οστά, αντικείμενα με σκόπιμη διαμόρφωση, χαραγμένα ραβδιά και ζάρια διαφορετικών σχημάτων. Οι διαφορές τους βοηθούν να περιγραφούν οι διαθέσιμες μέθοδοι, όχι όμως να συναχθούν αυτόματα οι κανόνες κάθε παιχνιδιού.

Πρώιμα αντικείμενα και τι τεκμηριώνουν
Αντικείμενο ή τεκμήριοΧρονολόγηση ή χαρακτηριστικόΑσφαλές συμπέρασμα
Αστράγαλοι αιγοπροβάτωνΜεγάλες ποσότητες περίπου από το 5000 π.Χ.Τα οστά συλλέγονταν και μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε ρίψεις ή άλλες πρακτικές.
Αστράγαλος ως αντικείμενο ρίψηςΤέσσερις χρήσιμες πλευρές, όχι έξιΤο αποτέλεσμα διέφερε από εκείνο ενός κυβικού ζαριού.
Ζάρια με τέσσερις ή έξι έδρεςΜορφές με διαφορετικό αριθμό επιφανειώνΗ μορφή περιορίζει τα πιθανά αποτελέσματα, χωρίς να αποδεικνύει συγκεκριμένους κανόνες.
Παράσταση από την ΚαρχημίςΠερίπου 8ος αιώνας π.Χ.Εικονίζει δραστηριότητα με αστραγάλους, όχι ολόκληρη τη διαδικασία του παιχνιδιού.
Ρωμαϊκό αντίγραφο κοριτσιού που παίζει αστραγάλους2ος αιώνας μ.Χ.Διασώζει εικαστική μαρτυρία για τη στάση και τη χειρονομία της παίκτριας.

Η σήμανση σε ραβδιά μπορούσε να κάνει ορατές διαφορές μεταξύ των τεμαχίων, ενώ η κλήρωση ή η ρίψη τους έδινε ένα αποτέλεσμα. Τα πρώιμα ζάρια, αντίθετα, κατασκευάζονταν με περισσότερες από μία γεωμετρικές μορφές: ένα τετράεδρο έχει τέσσερις έδρες, ενώ ο γνωστός κυβικός τύπος έχει έξι. Η μετάβαση από το οστό στον κύβο δεν ήταν απλώς αλλαγή υλικού, καθώς επέτρεπε διαφορετικό πλήθος όψεων και διαφορετική κατανομή αποτελεσμάτων.

Οι εικόνες συμπληρώνουν τα κινητά ευρήματα. Η απεικόνιση από την Καρχημίς, περίπου του 8ου αιώνα π.Χ., και το ρωμαϊκό αντίγραφο του 2ου αιώνα μ.Χ. με κορίτσι που παίζει αστραγάλους δείχνουν ανθρώπους σε συγκεκριμένη στιγμή δραστηριότητας. Δεν αποδεικνύουν από μόνες τους αν επρόκειτο για διαγωνισμό, ψυχαγωγία ή τελετουργία.

Η ανασκαφική θέση, η φθορά, η επανάληψη ίδιων τύπων και η συνύπαρξη με άλλα αντικείμενα βοηθούν να εκτιμηθούν η χρήση και η χρονολόγηση. Ωστόσο, χωρίς γραπτή περιγραφή ή σαφή εικόνα των κανόνων, δεν είναι δυνατό να ανασυντεθούν με βεβαιότητα το ποντάρισμα, η σειρά των παικτών ή το νόημα κάθε ρίψης. Τα αρχαιολογικά τεκμήρια καταγράφουν την υλική παρουσία της τύχης, όχι πάντοτε την κοινωνική σημασία της.

Κλήρος, μαντεία και παιχνίδι

Η κλήρωση και η μαντεία χρησιμοποιούσαν συχνά μια απρόβλεπτη επιλογή, αλλά δεν είχαν πάντοτε ψυχαγωγικό σκοπό. Η ίδια διαδικασία μπορούσε να κατανέμει έναν ρόλο, να καθορίζει σειρά ή να ερμηνεύεται ως μήνυμα για το μέλλον.

  • Η επιλογή από δοχείο με κλήρους έδινε σε κάθε συμμετέχοντα πιθανότητα να επιλεγεί, εφόσον τα τεμάχια ήταν όμοια και ανακατεύονταν.
  • Η ανάσυρση χαραγμένου ραβδιού μετέτρεπε ένα ορατό σημάδι σε αποτέλεσμα, όπως επιλογή προσώπου, σειράς ή συγκεκριμένου κλήρου.
  • Η ρίψη μικρών αντικειμένων παρήγαγε όψεις που μπορούσαν να καταγραφούν ως αποτέλεσμα παιχνιδιού ή να συνδεθούν με ερμηνεία.
  • Η επιλογή λίθου ή άλλου αντικειμένου από αδιαφανές δοχείο απέκρυπτε την ταυτότητά του μέχρι τη στιγμή της αποκάλυψης.
  • Σε μαντικές πρακτικές, το αποτέλεσμα της κλήρωσης αποκτούσε νόημα μέσω ερμηνείας και όχι μόνο από τον τρόπο με τον οποίο προέκυψε.

Η διαφορά ανάμεσα στο παιχνίδι και τη μαντεία βρίσκεται κυρίως στον σκοπό και στην ερμηνεία του αποτελέσματος, όχι κατ’ ανάγκη στο ίδιο το αντικείμενο. Ένα τυχαίο αποτέλεσμα μπορούσε να προσφέρει διασκέδαση, να διευκολύνει μια επιλογή ή να θεωρηθεί ένδειξη θεϊκής βούλησης. Αυτή η συνύπαρξη δείχνει πόσο διαχρονική ήταν η αναζήτηση νοήματος στην τύχη και γιατί τα πρώιμα τεκμήρια δεν εντάσσονται πάντα σε μία μόνο κατηγορία.

Παιγνιόχαρτα, λαχεία και οι πρώτοι οίκοι τυχερών

Η διάδοση των παιγνιοχάρτων και η δημιουργία οργανωμένων χώρων άλλαξαν τη μορφή της τύχης στην Ευρώπη. Παράλληλα, τα λαχεία απέκτησαν θέση στα δημόσια οικονομικά, καθώς οι κυβερνήσεις μπορούσαν να αντλούν έσοδα από τη συμμετοχή των πολιτών. Το Ριντότο της Βενετίας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα κρατικά ελεγχόμενου οίκου παιχνιδιών του 17ου αιώνα. Η ιστορία αυτών των θεσμών δείχνει πώς οι απαγορεύσεις συνυπήρξαν σταδιακά με την αδειοδότηση και τη φορολόγηση.

Το Ridotto της Βενετίας, 1638

Το Ριντότο άνοιξε το 1638 σε πτέρυγα του Παλάτσο Νταντόλο, κοντά στον ναό του Αγίου Μωυσή, στη Βενετία. Η δημιουργία του έδωσε σε ένα ήδη δημοφιλές είδος κοινωνικής δραστηριότητας συγκεκριμένο χώρο και κρατική ιδιοκτησία: δεν επρόκειτο για ιδιωτική λέσχη που λειτουργούσε ανεξάρτητα από τις αρχές. Η επιλογή ενός κεντρικού σημείου της πόλης συνέδεε τον χώρο με την αστική ζωή και τις εποχικές συγκεντρώσεις.

Κύρια περίοδος λειτουργίας ήταν το Καρναβάλι, από τις 26 Δεκεμβρίου έως την Τετάρτη των Τεφρών. Οι ημερομηνίες αυτές κάλυπταν την περίοδο των εορτασμών πριν από τη Σαρακοστή, όταν η Βενετία συγκέντρωνε επισκέπτες και κατοίκους σε δημόσιες εκδηλώσεις. Η λειτουργία του Ριντότο κατά το συγκεκριμένο διάστημα το ενέτασσε στον ετήσιο ρυθμό της πόλης, αντί να αποτελεί απλώς έναν χώρο ανοιχτό αδιάκοπα όλο τον χρόνο.

Οι μαρτυρίες δεν συμφωνούν πλήρως για το ποιοι μπορούσαν να εισέλθουν. Ορισμένες περιγραφές παρουσιάζουν την πρόσβαση ως περιορισμένη σε ευγενείς ή σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, ενώ άλλες αφήνουν να εννοηθεί ευρύτερη συμμετοχή. Γι’ αυτό η εικόνα του ως χώρου αποκλειστικά δημόσιου ή αποκλειστικά κλειστού δεν αποδίδει με βεβαιότητα όλες τις ιστορικές εκδοχές. Η κρατική ιδιοκτησία του, πάντως, διακρίνει το Ριντότο από τις ανεπίσημες ιδιωτικές συναθροίσεις.

Η λειτουργία του έληξε το 1774, μετά την πρόταση του Τζόρτζιο Πιζάνι για το κλείσιμό του. Η απόφαση σήμανε το τέλος ενός θεσμού που είχε συνδέσει τα παιχνίδια με κάρτες, την κοινωνική ζωή και την κρατική παρουσία στη Βενετία. Το παράδειγμα του Ριντότο αποτυπώνει μια μεταβατική προσέγγιση: οι αρχές δεν απουσίαζαν από τη δραστηριότητα, αλλά την τοποθετούσαν σε συγκεκριμένο χώρο και σε ορισμένη περίοδο, πριν τελικά τερματίσουν τη λειτουργία του.

Λαχεία και κρατικά έσοδα

Τα παιχνίδια με κάρτες τεκμηριώνονται στην Ευρώπη στο δεύτερο μισό του 14ου αιώνα. Στους επόμενους αιώνες, οι κυβερνήσεις αντιμετώπισαν τα παιχνίδια τύχης άλλοτε με απαγορεύσεις και άλλοτε με άδειες, φόρους και οργανωμένα λαχεία. Τα έσοδα μπορούσαν να προκύπτουν από διαφορετικές πηγές, ανάλογα με τους κανόνες κάθε τόπου:

  • Η πώληση λαχνών απέφερε χρήματα απευθείας στο δημόσιο ταμείο, όταν το κράτος οργάνωνε την κλήρωση ή παραχωρούσε σχετική άδεια.
  • Ορισμένα λαχεία συνδέθηκαν με τη χρηματοδότηση δημόσιων έργων, καθώς μέρος των εισπράξεων μπορούσε να κατευθυνθεί σε συγκεκριμένο σκοπό.
  • Οι άδειες λειτουργίας οίκων παιχνιδιών επέτρεπαν στις αρχές να εισπράττουν τέλη από επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνταν νόμιμα.
  • Η φορολόγηση των χώρων ή των τραπεζιών παιχνιδιού μπορούσε να μετατρέπει τη λειτουργία τους σε τακτική πηγή δημόσιων εσόδων.
  • Δασμοί ή φόροι στα παιγνιόχαρτα παρείχαν έσοδα από την παραγωγή και την εμπορία τους, χωρίς να εξαρτώνται αποκλειστικά από τις κληρώσεις.

Η μετάβαση από την απαγόρευση στην αδειοδότηση δεν έγινε ταυτόχρονα σε όλες τις ευρωπαϊκές πόλεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι αρχές περιόριζαν τα παιχνίδια, ενώ σε άλλες επέτρεπαν συγκεκριμένες δραστηριότητες και εισέπρατταν φόρους ή τέλη. Έτσι, ο έλεγχος και τα δημόσια έσοδα συνδέθηκαν: όσο πιο οργανωμένη ήταν η νόμιμη λειτουργία, τόσο ευκολότερο γινόταν για το κράτος να επιβλέπει τους χώρους και να φορολογεί τα σχετικά εισοδήματα.

Τα θέρετρα του 19ου αιώνα και η σύγχρονη ρύθμιση

Κατά τον 19ο αιώνα, τα λουτρικά κέντρα και οι παραθαλάσσιοι προορισμοί συνέδεσαν την αναψυχή με οργανωμένους χώρους παιχνιδιού. Το Μπάντεν-Μπάντεν και το Μόντε Κάρλο προσέλκυσαν επισκέπτες από διαφορετικές χώρες, ενώ η λειτουργία των καζίνο πέρασε σταδιακά σε επιχειρηματικά σχήματα. Παράλληλα, οι κρατικές πολιτικές μετακινήθηκαν από την απαγόρευση προς την αδειοδότηση και την εποπτεία. Η εξέλιξη αυτή έφερε στο προσκήνιο ζητήματα φορολόγησης, ελέγχου των φορέων και προστασίας των παικτών.

Μπάντεν-Μπάντεν και Μόντε Κάρλο

Στις αρχές του 19ου αιώνα, τα ιαματικά λουτρά και οι παραθαλάσσιες κωμοπόλεις εξελίχθηκαν σε προορισμούς πολυήμερης παραμονής. Οι επισκέπτες ταξίδευαν για τα λουτρά, τις κοινωνικές εκδηλώσεις και την ψυχαγωγία, ενώ οι αίθουσες παιχνιδιού εντάχθηκαν σε ένα ευρύτερο πρόγραμμα διαμονής. Το Μπάντεν-Μπάντεν, στη σημερινή Γερμανία, συνδύαζε τις ιαματικές πηγές με ξενοδοχεία και χώρους συνάντησης· η ανάπτυξή του έδωσε στο καζίνο ρόλο μέρους ενός οργανωμένου τουριστικού κέντρου.

Κεντρικό κτίριο ήταν το Κουρχάους, το λουτρικό μέγαρο που σχεδίασε ο αρχιτέκτονας Φρίντριχ Βάινμπρενερ και χτίστηκε από το 1821 έως το 1824. Η αρχιτεκτονική του και οι αίθουσες υποδοχής εξυπηρετούσαν την κοινωνική ζωή των επισκεπτών, ενώ το καζίνο πρόσθετε μια οργανωμένη μορφή ψυχαγωγίας. Το θέρετρο απέκτησε διεθνή φήμη από τα μέσα της δεκαετίας του 1830. Η γαλλική απαγόρευση των οίκων τυχερών παιχνιδιών το 1837 συνέβαλε στην προσέλευση πελατών από τη Γαλλία και στην ακμή του προορισμού κατά την ίδια δεκαετία.

Το 1838 η οικογένεια Μπεναζέ ανέλαβε τη μίσθωση του καζίνο. Η συγκεκριμένη αλλαγή συνέδεσε τη λειτουργία του χώρου με μια επιχειρηματική οικογένεια, η οποία μπορούσε να οργανώσει υπηρεσίες για διεθνές κοινό και να στηρίξει τη φήμη του θερέτρου. Η ανάπτυξη δεν αφορούσε μόνο τα τραπέζια παιχνιδιού: ξενοδοχεία, εστιατόρια, λουτρά και εκδηλώσεις λειτουργούσαν συμπληρωματικά, παρατείνοντας την παραμονή των ταξιδιωτών.

Στην Κυανή Ακτή, το Μόντε Κάρλο ακολούθησε διαφορετική πορεία, με επίκεντρο την οργανωμένη ανάπτυξη του παραθαλάσσιου προορισμού. Η Σοσιετέ ντε Μπαν ντε Μερ ιδρύθηκε το 1863 με κεφάλαιο 15 εκατομμυρίων φράγκων και ο Φρανσουά Μπλαν έγινε κύριος μέτοχός της. Η εταιρική δομή συνέδεσε τη χρηματοδότηση και τη λειτουργία του καζίνο με την ανάπτυξη υπηρεσιών αναψυχής και φιλοξενίας. Στα δύο θέρετρα, οι οικογένειες και οι εταιρείες ανέλαβαν μισθώσεις, επενδύσεις και επιχειρηματική οργάνωση, μετατρέποντας το καζίνο από μεμονωμένο χώρο παιχνιδιού σε μέρος της οικονομίας ενός τουριστικού προορισμού.

Από την απαγόρευση στην αδειοδότηση

Καθώς τα παιχνίδια τύχης οργανώθηκαν σε σταθερές επιχειρήσεις, τα κράτη αναζήτησαν τρόπους να ελέγχουν ποιος λειτουργεί, πού και με ποιους όρους. Η σύγχρονη ρύθμιση συνδυάζει άδειες, εποπτικούς ελέγχους, φορολόγηση και κανόνες προστασίας των παικτών.

  • Στην Ελλάδα, η ΕΕΕΠ ιδρύθηκε με τον Νόμο 4002/2011 και εποπτεύει την αγορά τυχερών παιχνιδιών, περιλαμβανομένων των αδειοδοτημένων φορέων και των σχετικών δραστηριοτήτων.
  • Για τη νόμιμη είσοδο σε καζίνο στην Ελλάδα απαιτείται ηλικία 21 ετών, όριο που συνδέεται με τους κανόνες πρόσβασης και ελέγχου ταυτότητας.
  • Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η Επιτροπή Τυχερών Παιχνιδιών αδειοδοτεί και εποπτεύει επιχειρήσεις βάσει του νόμου του 2005, με όρους για τη λειτουργία και τη συμμόρφωσή τους.
  • Η φορολόγηση των επιχειρήσεων και των παιχνιδιών ορίζεται από την εθνική νομοθεσία· τα έσοδα και οι φορολογικοί συντελεστές διαφέρουν ανά χώρα και κατηγορία δραστηριότητας.
  • Οι κανόνες προστασίας περιλαμβάνουν επαλήθευση ηλικίας, διαδικασίες παραπόνων και δυνατότητες αυτοαποκλεισμού, ενώ το υπεύθυνο παιχνίδι αποτελεί μέρος των υποχρεώσεων των αδειοδοτημένων φορέων.

Η αδειοδότηση αντικατέστησε σε πολλές δικαιοδοσίες την καθολική απαγόρευση με εποπτευόμενη λειτουργία, χωρίς να καταργήσει τις διαφορές μεταξύ εθνικών συστημάτων. Στην πράξη, η άδεια προσδιορίζει τους όρους δραστηριοποίησης και επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές να ελέγχουν τη συμμόρφωση και να επιβάλλουν κυρώσεις όταν παραβιάζονται οι κανόνες.

Συχνές ερωτήσεις για την ιστορία του τζόγου

Η ιστορία των τυχερών παιχνιδιών περιλαμβάνει θεσμούς, λέξεις και αντικείμενα που άλλαξαν με τον χρόνο. Οι παρακάτω απαντήσεις διευκρινίζουν βασικά σημεία της ευρωπαϊκής και αρχαίας ιστορίας τους. Παράλληλα, φωτίζουν πώς μεταβλήθηκαν οι τρόποι οργάνωσης και οι κοινωνικές αντιλήψεις γύρω από το παιχνίδι. Κάθε απάντηση εστιάζει σε ένα διαφορετικό ιστορικό ερώτημα.

Τι ήταν το Ridotto της Βενετίας;

Το Ριντότο της Βενετίας ήταν κρατικός χώρος τυχερών παιχνιδιών που άνοιξε το 1638 και έκλεισε το 1774.

Η λειτουργία του συνδεόταν με την περίοδο του Καρναβαλιού, όταν η πόλη υποδεχόταν πλήθος επισκεπτών και η κοινωνική ζωή γινόταν ιδιαίτερα έντονη. Καθώς ανήκε στο κράτος, δεν επρόκειτο απλώς για ιδιωτικό σαλόνι, αλλά για οργανωμένο χώρο υπό δημόσια ιδιοκτησία. Η παρουσία του εντάσσεται στην εξέλιξη τυχερών παιχνιδιών στην Ευρώπη, όπου οι δραστηριότητες της τύχης άρχισαν σταδιακά να αποκτούν συγκεκριμένη διοικητική μορφή. Το κλείσιμό του το 1774 έβαλε τέλος σε έναν θεσμό που είχε λειτουργήσει για περισσότερο από έναν αιώνα.

Τι σημαίνει η λέξη καζίνο;

Η λέξη «καζίνο» προέρχεται από την ιταλική λέξη «κασίνο», που σημαίνει «μικρό σπίτι».

Η ρίζα της συνδέεται με την ιταλική λέξη για το σπίτι και το υποκοριστικό της, ενώ αρχικά ο όρος μπορούσε να περιγράφει μικρό οίκημα ή εξοχικό χώρο αναψυχής. Με τη χρήση του σε ευρωπαϊκές κοινωνίες, η σημασία του διευρύνθηκε και συνδέθηκε με χώρους συγκέντρωσης και ψυχαγωγίας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το παιχνίδι τύχης έγινε μέρος των δραστηριοτήτων αυτών, με αποτέλεσμα η λέξη να αποκτήσει τη σημερινή της σύνδεση με οργανωμένους χώρους παιχνιδιού. Η μετατόπιση αυτή δείχνει πώς μια καθημερινή ονομασία απέκτησε ειδικότερη κοινωνική σημασία.

Πώς διέφεραν τα αρχαία ζάρια από τα σημερινά;

Οι αρχαίοι αστράγαλοι ήταν οστά ζώων με τέσσερις πλευρές κατάλληλες για ρίψη, ενώ το σύγχρονο ζάρι είναι συνήθως κύβος με έξι πλευρές.

Το σχήμα του αστραγάλου δεν έδινε έξι ισοδύναμες έδρες όπως ένας κανονικός κύβος· οι πλευρές του διέφεραν σε μορφή και στη δυνατότητα να σταθούν πάνω σε επίπεδη επιφάνεια. Έτσι, η ρίψη μπορούσε να έχει διαφορετικές πιθανές εκβάσεις από εκείνες ενός σημερινού ζαριού, όπου κάθε έδρα φέρει αριθμό από το ένα έως το έξι. Οι αστράγαλοι χρησιμοποιούνταν σε παιχνίδια και πρακτικές της αρχαιότητας, συνδέοντας υλικά από την καθημερινή ζωή με την τύχη. Η σύγκριση δείχνει ότι τα εργαλεία του παιχνιδιού δεν ήταν πάντοτε συμμετρικά ή τυποποιημένα.

Γιατί τα κράτη άρχισαν να ρυθμίζουν τον τζόγο;

Τα κράτη άρχισαν να ρυθμίζουν τον τζόγο για να διατηρούν τη δημόσια τάξη, να φορολογούν τις σχετικές δραστηριότητες και να προστατεύουν τους παίκτες.

Όταν τα παιχνίδια τύχης συγκέντρωναν πολλούς ανθρώπους ή σημαντικά χρηματικά ποσά, η οργανωμένη εποπτεία μπορούσε να περιορίσει τις συγκρούσεις και την ανεξέλεγκτη λειτουργία χώρων παιχνιδιού. Η φορολόγηση προσέφερε στις αρχές έσοδα από δραστηριότητες που είχαν ήδη απήχηση, αντί να τις αφήνει αποκλειστικά σε ιδιωτικά συμφέροντα. Παράλληλα, κανόνες λειτουργίας μπορούσαν να θέτουν όρια στον τρόπο διεξαγωγής και να μειώνουν τον κίνδυνο εξαπάτησης ή αυθαίρετης μεταχείρισης των παικτών. Η ρύθμιση, επομένως, συνδύαζε διοικητικό έλεγχο με οικονομικά και κοινωνικά κίνητρα.

Σε αυτή την ενότητα